Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λύρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λύρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ἕνα τσάμικο ἐρμηνευόμενο μὲ λύρα

Ἕνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ πραγματεύεται τὸ ἱστολόγιο αὐτὸ εἶναι ἡ σημασία τοῦ ὕφους. Καιρὸ ὁ γράφων θὰ ἤθελε νὰ σᾶς παρουσιάσει, ὄντας ὁ ἴδιος ὀργανοπαίκτης, πειραματισμούς, ἄς ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση, μὲ διάφορα μουσικὰ ὄργανα, ποὺ πληροῦν ὅμως τὰ αἰσθητικὰ κριτήρια ποὺ ἐπιβάλει ἡ φυσικότητα τῆς μουσικῆς μας παραδόσεως. Ἀνεκαλύφθη ὅμως, εὐτυχῶς, αὐτὴ ἡ ἐξαιρετικὴ ἐκτέλεση γνωστῶν τσάμικων μὲ λύρα. Καλὴ ἀπόλαυση(καὶ προβληματισμό)!


Τὸ σταυροδρόμι

  Ἡ ἑλληνικὴ παράδοση καταφέρνει νὰ ἐκπλήσει συνεχῶς τὸν δύτη της, ἀποκαλύπτοντας πλευρές καὶ δοξασίες ποὺ προκαλοῦν προβληματισμὸ σχετικὰ μὲ τὸ πόσο πιστὴ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ ἔχουμε γιὰ τοὺς κοντινοὺς προγόνους μας στὴν πραγματικότητα. Φανταζόμαστε τὶς κοινότητες τῆς ὑπαίθρου βάσῃ τῆς εἰκόνας ποὺ μᾶς μετέδωσε ἡ "προοδευτικὴ" παιδεία, δηλαδῆ ὡς ἀμόρφωτους κλειστόμυαλους πληθυσμοὺς γεμάτους προκαταλήψεις καὶ κυρίως χριστιανικό φανατισμό καὶ νοητικὴ ἀγκύλωση. Ἐκπλήσει λοιπὸν ἀρκετοὺς ὅταν ἐντοπίζονται στοιχεῖα κοσμοθεώρησης ποὺ θὰ γοήτευαν πολλοὺς μελετητὲς φιλοσοφίας, συμβολισμοῦ, ἀκόμη καὶ σύγχρονης ψυχολογίας, καὶ ἐκπλήσει ἀκόμη περισσότερο τὸ πόσο πιὸ ἐλεύθερους στοχασμοὺς ἀπὸ τὴν ὁμολογουμένως ἀσφυκτικὴ γραμμὴ σκέψης τοῦ Χριστιανισμοῦ εἴχαν οἱ ἄνθρωποι ἐκείνοι σὲ σχέση μὲ τοὺς συγχρόνους τους ποὺ περισσότερο κόπτονται γιὰ τὴν πρόοδό τους παρά πράττουν.  Ἀναρωτιέται κανεῖς, πόσα ὑπέροχα πράγματα ὑπήρχαν καὶ τὰ χάσαμε, βλέποντας τὰ ψήγματα ποὺ ἐπεβίωσαν ὅπως -ὅπως.

Ὁ Ἕλλην δὲν διακαταχέται ἀπὸ δυϊσμὸ καὶ ἡ σχέση του μὲ τὸ "σκότος" ἤταν πάντοτε περίεργη. Δὲν ἀπέρριπτε μὲ ἀφέλεια τὶς πολλὲς πλευρὲς ἑνὸς πράγματος ὅπως προσπάθησαν νὰ τοῦ μάθουν ρασοφόροι ρακένδυτοι. Ἡ Ἀθηνὰ ἔβαλε στὴν ἀσπίδα της τὸ κεφάλι τῆς Μεδούσης, χρησιμοποιώντας κατὰ βούλησιν τὸ δυναμικὸ τῆς έχθρικῆς ὀντότητος ἀντὶ νὰ τὸ ἀπορρίψει διότι διέκρινε τὴν θετικὴ χρήση ἀντὶ τῆς ἀρνητικῆς. Ὁ μέγας Πὰν προκαλοῦσε τρόμο, ἀλλὰ οὐδέποτε ἔπαψαν νὰ τὸν τιμοῦν καὶ νὰ τὸν ἀγαποῦν. Ὑπήρξαν οἱ Θεοὶ τοῦ πάθους καὶ οἱ Θεοὶ τοῦ μέτρου, ὑπήρχε ἕνας κόσμος ἀπτὸς ἀπὸ γῆ καὶ οὐρανό, καὶ ἡ κατεύθυνση εἶναι πρὸς τὸν οὐρανό, μόνο ποὺ γιὰ νὰ κάνεις τὸ ἄλμα καὶ νὰ πηδήξεις ψηλά πρέπει νὰ πατήσεις γερὰ στὴν γή, καὶ νὰ λάβεις ὤθηση ἀπὸ αὐτήν. Ὅλα αὐτὰ ὑπάρχουν καὶ σήμερα, καὶ θὰ ὑπάρχουν (ἄς θυμηθοῦμε τὸν Ἐφέσιο σκοτεινό φιλόσοφο), εμεῖς δὲν ὑπάρχουμε γιατὶ γίναμε σκιὲς τοῦ ἀρχετύπου μας καὶ σύντομα θὰ ἀφανιστοῦμε.

Μέσῳ τῆς σιδηρᾶς θελήσεως μπορεῖ τὸ φαρμάκι νὰ γίνει φάρμακο. Καὶ ἡ μουσικὴ μὲ τὸ τρομερὸ δυναμικό της ἀποδιδόταν μὲν ὡς ἕνα ἀγαθὸ δῶρο ἀπὸ τὰ οὐράνια πεδία, πολλὲς φορὲς ὅμως ἡ παράδοση θέλει νὰ τὴν φαντάζεται ὡς μία τέχνη τόσο μαγευτικὴ καὶ πλανεύτρα, ποὺ σίγουρα θὰ ἐκλάπῃ ἀπὸ κάπου ἐπικίνδυνα καὶ ἀπαγορευμένα, γιατὶ τόση δύναμη δὲν δικαιοῦται νὰ τὴν κατέχει ἄνθρωπος. Μουσικὴ ποὺ ξεχωρίζει κατέχουν λίγοι, καὶ στὴν λαϊκὴ σκέψη ἔπρεπε κάπως νὰ δικαιολογηθεῖ αὐτὸ, κάποια θυσία πρέπει νὰ ἐκάναν αὐτοὶ οἱ ξεχωριστοὶ μουσικοί, κάποιο σκοτεινὸ μυστικὸ  νὰ κατείχαν.

Γιὰ αὐτὸ καὶ στὴν Κρητικὴ πάραδοση βρίσκουμε ἕναν γοητευτικὸ μῦθο γιὰ τοὺς λυράρηδες, τὸν μῦθο τοῦ σταυροδρομίου. Ὑπάρχουν διάφορες παραλλαγές, τὸ κεντρικὸ μοτίβο ὅμως παραμένει σταθερό. Ὁ νεαρὸς λυράρης πρὲπει νὰ πάει πρὶν τὰ μεσάνυχτα σὲ ἕνα σταυροδρόμι, νὰ χαράξει τὸν μαγικὸ κῦκλο προστασίας καὶ νὰ μπεῖ μέσα. Ὅταν ἔρθουν τὰ μεσάνυχτα, θὰ ἐμφανιστοῦν οἱ δαίμονες(νεράϊδες σὲ ἄλλη παραλλαγή). Τὸτε πρέπει νὰ ἀρχίσει νὰ παίζει τὴν λύρα του καὶ νὰ ἀγνοεῖ τοὺς δαίμονες ποὺ θὰ προσπαθοῦν νὰ τὸν ξεγελάσουν ὥστε νὰ βγεῖ καὶ νὰ τὸν βλάψουν. Προσπαθοῦν νὰ τὸν δελεάσουν ἐπίσης λέγοντάς του ὅτι δὲν παίζει καλὰ καὶ ὅτι τὸν συμφέρει νὰ βγεῖ ἔξω νὰ τὸν μάθουν. Κάποια στιγμὴ πρὶν τὴν αὐγή, θὰ ἀπελπιστοῦν καὶ θὰ τοῦ ζητήσουν τὴν λύρα μόνο, καὶ τότε μπορεῖ νὰ τὴν βγάλει ἀπὸ τὸν κῦκλο προσεκτικά. Θὰ ἀκούσει μελωδίες καὶ σκοποὺς ποὺ θὰ τὸν στοιχειώσουν γιὰ τὴν ὑπόλοιπη ζωή του καὶ σὰν ἀντάλλαγμα θὰ προσφέρει στοὺς δαίμονες τὴν ἄκρη τοῦ μικροῦ δακτύλου του.


Kύκλο με μαυρομάνικο μαχαίρι θα χαράξω
κι ένα σταυρό καταμεσίς χάμαι στη γης θα γράψω.
Nα κάτσω απάνω στο σταυρό να μη ξαναταράξω
και ξαργουτού τη λύρα μου ανάποδα να πιάσω.
… Nα ’ρθουν οι ζερζεβούληδες, χίλιοι καλικατζάροι,
κι ο κάθα εις να πολεμά τη λύρα να μου πάρει.
Nα με ρωτού, να μη μιλώ μηδ’ άχνα να μη βγάνω,
να λένε, να μου τάσσουνε, το γκουζουλό να κάνω.
… Στην υστεργιά ένας κουτσός, γέρου διαόλου κάρτσα,
θα μπαϊλτίσει να γροικά τση λύρας μου τα φάλτσα
κι ωσά ντόν όφι θα χυθεί τη λύρα να μ’ αρπάξει,
σ’ ένα χαράκι θ’ ανεβεί αντίκρυτα να κάτσει.
N’ αρχίξει ο γέρο δαίμονας απόσιγα να παίζει,
να βγάνει η λύρα κοντυλιές ωσά ντο πετιμέζι.
Nα ξεσταθού ντ’ αερικά και το διαολομάνι,
να στέσου μέγα πατιρντί και γλέντι μάνι – μάνι.
… Kι εγώ θα κάθομ’ άπραγος μα και τρουλαφχιασμένος
να ιδώ και ν’ αφρουκάζομαι πως παίζει ο ξορκισμένος.
Nα κλέφτω τα τσακίσματα, τη γλύκα του σκοπού ντου,
του δοξαριού το γύρισμα, το σείσμα του χεριού ντου.
Nα μάθω χίλια μυστικά ώστε να ξημερώσει,
να φύγου ντα δαιμονικά κι ο τόπος να μερώσει…

(Οἱ παραπάνω στίχοι προέρχονται ἀπὸ αὐτὴν τὴν πηγή, ἀπὸ ὅπου ἐπίσης μπορεῖτε νὰ βρεῖτε καὶ ἄλλες πληροφορίες γιὰ τὸν μῦθο ὅπως καὶ ἐνδιαφέροντα ἀποσπάσματα)

Τὶ μπορεῖ νὰ μᾶς διδάξει ὁ θρῦλος; Τὴν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης θελήσεως, γιατὶ μόνον ὁ γενναῖος ἀλλὰ καὶ ἐπίμονος λυράρης θὰ κατακτήσει τὸ χάρισμα. Σὲ ὅποιον λείψει εἴτε ἡ γενναιότητα, εἴτε ἡ βούληση νὰ κερδίσει αὐτὸς ἀπὸ τοὺς δαίμονες καὶ ὅχι οἱ δαίμονες ἀπὸ αὐτὸν, ὅχι μόνο δὲν θὰ μάθει τὴν λύρα, ἀλλὰ θὰ πεθάνει ἤ θὰ τρελαθεῖ. Καὶ χάριν αὐτῶν τῶν λυράρηδων καὶ τῆς Βουλήσεώς των κληρονομήσαμε αὐτὸ τὸ δῶρο , σᾶν δεύτερη φωτιὰ τοῦ Προμηθέως, ποὺ μᾶς συνδέει μὲ τὸ ὑπεραισθητό.

Ἴσως καὶ τὸ παρακάτω νὰ εἶναι κάποιο τραγούδι τοῦ σταυροδρομίου, κάποια εἰκόνα ποὺ εἴδαν οἱ νεράϊδες σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ αἰώνια περάσματα τοῦ Χάρου.





"Γιάντα 'ναι μαύρα τὰ βουνὰ καὶ στέκουν βουρκωμένα
μουδ' ἄνεμος τὰ πολεμᾶ μουδὲ βροχὴ τὰ δέρνει
μόνο διαβαίνει ὁ Χάροντας σέρνει τσ' ἀποθαμένους
ἔχει τσὶ νέους 'πο μπροστὰ τσὶ γέρους ἀπὸ πίσω
καὶ τὰ μικρὰ παιδόπουλα στὴ σέλα ἀραδιασμένα

Κόνεψε Χάρε σὲ χωριὸ κόνεψε σὲ μιὰ βρύση
νὰ πιοῦν οἱ γέροντες νερὸ κι οἱ νιοὶ νὰ παίξουν βόλι
καὶ τὰ καημένα τὰ μωρὰ λουλούδια νὰ μαζέψουν"

Μουσικὴ παράδοση καὶ ἀστικό περιβάλλον

"Μα μπορείς τώρα να βλέπεις τον Ψηλορείτη και να παίξεις ένα σκυλάδικο; Αυτός μαλώνει! Αυτός θέλει ριζίτικα, θέλει τραγωδία, θέλει..."
                                                                -Ἀπὸ συνέντευξη τοῦ Ψαραντώνη


Ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ ρηχὸς ἄνθρωπος παραδέχεται ὅτι σὲ ὁρισμένες περιστάσεις ἀρμόζει ὁρισμένη μουσική, διότι κάθε μουσικὴ ἐκφράζει τὴν κατάσταση ποὺ τὴν γέννησε, ἡ ὁποῖα  κατάσταση ἀναλύεται σὲ παράγοντες φυσικοὺς καὶ πνευματικούς. Ἡ τζᾶζ λόγου χάρη, παραπέμπει εὐθῦς σὲ ἀστικό περιβάλλον, ἡ ἠλεκτρονικὴ μουσικὴ σὲ κάποιον ὑπόγειο χῶρο μὲ συνωστισμένα πλήθη. Ἡ κλασικὴ δημιουργεῖ αἰθέριες εἰκόνες μεγαλοπρέπειας, ἄλλοτε συνδυασμένες μὲ τὴν φύση καὶ ἄλλοτε μὲ συγκεκριμένα πολιτισμικά πρότυπα. Ἡ μουσική ὅμως ποὺ παραπέμπει ἀπευθείας στὸ φυσικό περιβάλλον εἶναι ἡ παραδοσιακή.

Παραδοσιακὴ μουσική, ὅπως εἶπε ὁ λυράρης Ἀλέξανδρος Παπαδάκης, δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀπλῶς παραδίδεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Καὶ τὸ φαῦλο παραδίδεται μέσα στὸν χρόνο, καὶ μάλιστα μὲ περισσὴ εὐκολία. Καὶ τὸ ψέμα, ὅσο καὶ ἄν λέμε ὅτι δὲν προλαβαίνει νὰ γεράσει. Ἡ Παράδοση πρέπει νὰ θεαθεῖ ἀπὸ ἄλλο πρίσμα. Παραδοσιακὴ μουσικὴ εἶναι ἡ φωνὴ τῆς πέτρας τοῦ τόπου σου, ἡ ἀβίαστη ἔκφραση τῆς ἐνότητος φυλῆς-τόπου.

Καὶ λέγοντας φωνὴ τῆς πέτρας, δὲν μποροῦμε νὰ τὸ νοήσουμε ὥς ἕναν ἀκριβὴ μετρήσιμο ὁρισμό. Εἶναι ἔννοια ἄφατη, βιωματική, καὶ μπορεῖ νὰ λεχθεῖ μόνο μεταξῦ μυημένων, μεταξῦ διαφορετικῶν ψυχισμῶν δὲν ἔχει καμία ἀπολύτως χρησιμότητα ὥς λεκτικό ἐργαλεῖο.

Ἀκούγεται συχνὰ ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς παραδοσιακοὺς μουσικοὺς ὅτι οἱ νέες γενιές δὲν ἔχουν τὰ βιώματα ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ παραδοσιακή μουσική. Αὐτὸ εἶναι ἡ μισὴ ἀλήθεια. Αὐτὴ ἡ ὀρθὴ συνειδητοποίηση θὰ πρέπει νὰ ἀποτελεῖ τὸ ἐφαλτήριο καὶ ὅχι τὴν λευκὴ σημαία. Ὁ φυσικός βίος γεννᾶ τὴν παραδοσιακὴ μουσική, παράλληλα ὅμως ἡ παραδοσιακὴ μουσικὴ ὠθεῖ στὸν φυσικὸ βίο. Λέγοντας ἐπιστροφὴ λοιπόν, δὲν νοεῖται κάποια ψυχαναγκαστικὴ, ὑποκριτική καὶ τεχνητὴ προσποίηση ἑλληνικότητος, ἀλλᾶ μία αὐθεντικὴ καὶ αὐθόρμητη ἐπιστροφὴ στὴν ρίζα. Ἡ ἀληθινὴ ἀκρόαση δρᾶ σὰν μαγνητικὸ πεδίο ποὺ βάζει τάξη στὰ σκόρπια ρινίσματα. Ὅποιος ἔχει τὴν προδιάθεση θὰ νιώσει τὸ κάλεσμα, ὅποιος δὲν τὸ νιώθει καλύτερα νὰ μὴν ὑποκριθεῖ, δὲν ἔχει θέση σὲ ἕναν τέτοιο ἀγώνα.

Ρυθμοὶ αἰώνιοι δὲν θέλουν γύρω τους τσιμέντο, μποτιλιάρισμα, ἐμπορικὰ κέντρα, θὲλουν τὸν πλάτανο καὶ τὰ ἄλλα χιλιοτραγουδισμένα δένδρα τῆν Ἑλληνικῆς γῆς, θέλουν τὸ χιόνι τὸ ἀπάτητο καὶ τὴν κεντητὴ ποδιά, ὅχι τὸ πλαστικὸ καὶ τὴν βρώμικη βροχὴ τῆς μεγαλουπόλεως. Θέλουν ζωή.





Περὶ τοῦ λυράρη ποὺ προαναφέρθηκε:





Ἀφιέρωμα στὸν Κ.Μουντάκη

Ἕνα παλαιὸ ἀφιέρωμα σὲ ἕναν μεγάλο δάσκαλο τῆς κρητικῆς μουσικῆς. Ἀξιομνημόνευτος ὁ πλούσιος καὶ κελαριστός λόγος του. Τὰ Ἑλληνικὰ τοῦ Μουντάκη εἶναι ἕτη φωτὸς ἀνώτερα ἀπὸ τὰ φραγκολεβαντίνικα τῶν ἀκαδημαϊκῶν ποὺ δὲν τηροῦν οὔτε τὴν σωστὴ γενικὴ τῶν οὐσιαστικῶν. Διδάσκει καὶ ἐκπροσωπεῖ ἀξίες ποὺ βρίσκονται σὲ πλήρη ἀρμονία μὲ τὴν μουσική του, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν σημερινὴ ἀντίληψη, ὅπου μπορεῖς νὰ παίζεις ὅτι θὲς καὶ ἄς κάνεις τὰ ἀκριβῶς ἀντίθετα στὴν ζωή σου. Δωρικὸς ἐνσυνείδητα, ἀξίζει νὰ δοθεῖ προσοχὴ σὲ κάθε φράση τῆς ἀφηγήσεώς του.



Καὶ τὸ τέταρτο μέρος ποὺ λόγῳ κάποιας δυσλειτουργίας δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μικρογραφία.


http://www.youtube.com/watch?v=V72jXw5s34Y

Κωστής Φραγκούλης, ὁ ποιητάρης

Εἶναι κρίμα ποὺ δὲν δημιουργήθηκε μία σχολή στὰ χνάρια του. Ἀξίζει νὰ ἀπομονωθεῖ τὸ παρακάτω σημεῖο ἀπὸ τὴν πηγή.

" Ο Κωστής Φραγκούλης έχει σαφέστατη αντίληψη ότι η ποίησή του είναι παλιομοδίτικη, και γι αυτό την τιτλοφορεί με αυτό τον τίτλο: «Δίφορα», όπως τα δίφορα μήλα που είναι εκτός εποχής.Ο Φραγκούλης δεν γράφει στον ομοιοκατάληκτο στίχο της μαντινάδας, στίχο στον οποίο γράφηκαν τα αριστουργήματα της κρητικής αναγέννησης. Ο στίχος αυτός είναι ξενόφερτος από τους Ενετούς. Ο ανομοιοκατάληκτος στίχος είναι ο στίχος του δημοτικού μας τραγουδιού. Η στρατιωτική και πολιτική εισβολή των Ενετών σταματάει στα ριζά των βουνών. Το ίδιο και η γλωσσική και η πολιτιστική. Οι ελληνόφωνοι της Ιταλίας διατηρήθηκαν στα ριζά, και όχι στους κάμπους. Έτσι και το δημοτικό μας τραγούδι στην Κρήτη δεν αλώθηκε στα ριζίτικα, το μόνο δείγμα ανομοιοκατάληκτης δημοτικής ποίησης στην Κρήτη που έχουμε. "



Περὶ τῶν ὑπολοίπων δὲν χρειάζονται λόγια. Ἀρκεῖ αὐτό τὸ τραγούδι του ποὺ τραγουδήθηκε ἀπὸ τὸν ἀνεπανάληπτο Κώστα Μουντάκη.




Σ' ενούς λυράρη την αυλή εκόνεψεν ο χάρος
κι ανεσηκώθη ο λυρατζής παλιό κρασί να φέρει
λες κι ήτο φίλος του ακριβός να τονε τραπεζώσει
και ξεκρεμά τη λύρα του γλυκό σκοπό ν' αρχίσει
λες κι ήτονε κανάς γλεντζές να τονε ξεφαντώσει

-Ασε το δίσκο λυρατζή και κρέμασε τη λύρα
φύλαξε το δοξάρι σου για δεν το ξαναπιάνεις
και πιάσε να χαζιρευτείς τα σκολινά σου βάλε
γιατί σε παίρνω σύναυγα και πας στον κάτω κόσμο

-Χάρε αν θέλεις αφησ' με τη λύρα μου να πάρω
απού μιλούν οι κόρδες τση και κλαίει ο καβαλάρης
και τα γερακοκούδουνα του δοξαριού μου λένε
τ' απάνω κόσμου τσι χαρές τση νιότης τα τσαλίμια
την ομορφιά των κοριτσιών τση λεβεντιάς τη χάρη
και μιας αγάπης μου παλιάς το κάνω πασιγέτι
που διπλοπαράγγελνε τη λυρα μη ξεχάσω
στον κάτω κόσμο όντε θα 'ρθω

-Δεν στην αφήνω ζάβαλε καλλιά 'χω να τη σπάσεις
γιατί με το δοξάρι σου σηκώνεις ποθαμένους
και θ' αρχινήσεις κοντυλιές να ταραχίσεις τσ' άντρες
να ξεμυαλίσεις κοπελιές να ξετρουνίσεις γέρους
και θα πλανέψεις τα μωρά να κλαίνε για κανάκια
και θα μισήσουν τα κελιά του Νάδη τα καστέλια
κι ούλοι θα θένε να ΄ρθουνε στον κόσμο τον απάνω...

(ἐπιφυλάσσομαι νὰ τοὺς μετατρέψω στὸν τονισμό ποὺ τοὺς ἀρμόζει...)